🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φοβισμένος
φοβισμέν|ος
испуганный, боязливый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
испуганный
? —
φοβισμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
боязливый
? —
φοβισμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
φοβισμένος
? — испуганный, боязливый
#
(ново)греческий словарь
—
υποδοχή
—
ες
—
δευτερίά
—
αναδιαπλάθω
—
θαλασσοπνίχτης
—
αμαλγαμάτωση
—
ξαπολνώ
—
αστραπιαίος
—
ιατρικός
—
περίπολος
—
σαγήνεμα
—
πανώλης
—
πνιγμός
—
αντιμεθυστικός
—
διαζευγνύω
—
γροίκηση
—
πολφικός
—
μελαχρινός
—
δημοσιονομία
—
χρυσωρύχος
—
αφόρτιστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω