🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κλωστοϋφαντικός
κλωστοϋφαντικός
прядильно-ткацкий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
прядильно-ткацкий
? —
κλωστοϋφαντικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
κλωστοϋφαντικός
? — прядильно-ткацкий
#
(ново)греческий словарь
—
ενούρησις
—
καρύκι
—
αναβρυτήριο
—
επιβατικό
—
διαμαντικό
—
φαγητό
—
καλτσοβιομηχανία
—
αφεντόπαιδο
—
σακάτισσα
—
τρωγλοδυτώ
—
φίλντισι
—
αναργυρία
—
τρυφερός
—
πολυβιταμίνες
—
ποδαγρικός
—
ησκιώνω
—
προσβλητικότητα
—
γερνάω
—
βαρύτιμος
—
σιδηρουργικός
—
ιδιόρρυθμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω