🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επιμιγνύω
επιμιγνύω
(αόρ. επέμ(ε)ιξα )
смешивать
(виды, расы и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
смешивать
? —
επιμιγνύω
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιμιγνύω
? — смешивать
#
(ново)греческий словарь
—
υβριστής
—
γραμματάκι
—
σκιαγραφώ
—
ζαργάνα
—
μετζοσόλα
—
πήξη
—
επιτιμητής
—
ζητιάνικος
—
υβριστικό
—
στρογγυλώνω
—
περιηγούμαι
—
μηλοσαλάτα
—
ασύδοτα
—
καρφώνομαι
—
αργιλές
—
αχολογώ
—
ελίχρυσον
—
μύσταξ
—
συμβιβασμένος
—
οκτάχρονος
—
μπούκοτάζ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω