🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βασανίτης
βασανίτης
:
βασανίτης λίθος — спец. пробный, пробирный камень
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
βασανίτης
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ρητός
—
Βίβλος
—
ραδιοφωνία
—
ψαρεύομαι
—
υδρασκός
—
υπεραγαπώ
—
πόσι
—
ασχετοσύνη
—
μουνουχισμένος
—
κρεατωμένος
—
κατασταίνω
—
απειλητικός
—
επιφατνίδιος
—
εισείλκυσα
—
αγκριζάριστος
—
ζερβοκουτάλα
—
μερακλής
—
αναρριχτά
—
αναζώνω
—
αρρενοφυής
—
επεξεργαστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω