🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σιτιστής
σιτιστ|ής
ο воен.
интендант роты
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
интендант роты
? —
σιτιστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
σιτιστής
? — интендант роты
#
(ново)греческий словарь
—
περαστικός
—
παρακμάζων
—
ρατσίστρια
—
ήλος
—
ύσγινος
—
στρατάρχης
—
υπερσίτιση
—
παλιόπουστας
—
ξιφισμός
—
πυρπολημένος
—
κοσσίζω
—
αβανιά
—
ποικιλόμορφος
—
ανάσχολος
—
βιοπαλαίστρια
—
ραδόνιο
—
στραγγουλίζω
—
γραμμοσχεδίασμο
—
δαφνοστολίζω
—
ωτακουστικός
—
ληξίαρχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω