🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εναγόμενη
εναγόμενη
η юр.
ответчица
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ответчица
? —
εναγόμενη
как с
(ново)греческого
переводится слово
εναγόμενη
? — ответчица
#
(ново)греческий словарь
—
εκβύθιση
—
εξωτικό
—
τσιμπίδι
—
μωσαϊκός
—
κονσουμασιονίστα
—
ζαφορά
—
δεξιόχειρας
—
απομυζητήρας
—
αλετροπόδι
—
γλυκοθωρω
—
αράπικα
—
μπισκότο
—
πλεύσιμος
—
γουφάρι
—
τεταμένος
—
επιγάστριον
—
δεκαεννεάκις
—
σύστροφή
—
ανάσα
—
στομάχι
—
αναζευγνύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω