🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανόργωτος
ανόργωτ|ος
невспаханный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
невспаханный
? —
ανόργωτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανόργωτος
? — невспаханный
#
(ново)греческий словарь
—
ισπανομάθεια
—
επιδερμόφυτα
—
ιδιώτις
—
ωτοασπίδα
—
τσίμπος
—
ανανέωση
—
ψώνια
—
διαμάσκαλα
—
εκχωρήτρια
—
ενδοσυνεννόηση
—
φλοκκωτός
—
ολοήμερος
—
χουχούλιασμα
—
ανώδυνος
—
αλάβωτος
—
κλήμα
—
αβούλιαχτος
—
σαχλαμαράκιας
—
παιδογέννεση
—
εύστοχα
—
χρωματική
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω