🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λυχναράκι
λυχναράκι
το уменьш. к λύχνος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
λυχναράκι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ακανθόριος
—
παλαμάρι
—
κιθαρίστας
—
καταφιλάω
—
προαιρούμαι
—
οργίλως
—
προσφιλής
—
τουμπέρνω
—
λυσσάζω
—
εισοχή
—
μεταρρυθμιστικός
—
φερέοικος
—
περιπλοκάδα
—
αναβολισμός
—
χωρατό
—
ομοιοπαθητικός
—
αντιπολιτευόμενος
—
πρωτότυπο
—
τσαμπουκαλού
—
επιδέξιο
—
ανοδήγητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω