🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σουρτουκεύω
σουρτουκεύω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
σουρτουκεύω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μυριόνεκρος
—
ξωμάχος
—
άλτο
—
μυστικά
—
αεροδρομικός
—
τεκμηρίωση
—
αλωνιάτικα
—
σχολαστικός
—
τραγανίζω
—
αντιστικτική
—
δέλφινας
—
έλα
—
κρύβομαι
—
σκοπιμότητα
—
ακροτομία
—
μσυρομάνικος
—
αστέρητος
—
χειρομάντις
—
κηπουρικός
—
χρονισμός
—
χορταριάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω