🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στέψη
στέψη
η
венчание
;
ήμουνα στή ~ τους — [phrase]я был у них на свадьбе[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
венчание
? —
στέψη
как с
(ново)греческого
переводится слово
στέψη
? — венчание
#
(ново)греческий словарь
—
πετριά
—
μαχαιροποιός
—
ανέχομαι
—
προοιμιάζομαι
—
άφκιαγος
—
εμβαπτίζω
—
σκνίπα
—
αγκυλώνω
—
καρδάρα
—
φιλοθηρία
—
αυτοδύναμος
—
δαρβίνειος
—
απτερύγωτα
—
βασιλοπούλι
—
επιγραφοποιός
—
σκουτέλλι
—
λονδρέζικος
—
δυσκολοπίστευτος
—
μιστωτός
—
αγριωπός
—
ιαματικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω