🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ποντικοκτόνος
ποντικοκτόν|ος
уничтожающий мышей
(о препарате)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
уничтожающий мышей
? —
ποντικοκτόνος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ποντικοκτόνος
? — уничтожающий мышей
#
(ново)греческий словарь
—
τσομπαναριό
—
πλάγια
—
δύσκολο-
—
μακροκατοληξία
—
φοινικώνας
—
φρενιτιώδης
—
απόξω
—
απουσία
—
οφθαλμοσκόπιο
—
νυχτοβίγλι
—
σκατόμυγα
—
μηλίτης
—
αρχιστρατηγία
—
όρκος
—
ωορρηξία
—
γκρινιάρικος
—
νανουριστικός
—
φιλαράκι
—
ράγα
—
εξαγόμενο
—
μυολογία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω