🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ιδιωματικό
ιδιωματικό
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ιδιωματικό
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αργυρολαμπής
—
υπερθεματίστρια
—
επίκειμαι
—
τροχιοδεικτικός
—
γούνναρης
—
ανταγωγή
—
πλατωνικός
—
κοφινιάζω
—
θαλασσοπλοΐα
—
φοιτητάκος
—
μεταφυτευτής
—
αδιαφόρετα
—
απευκταίος
—
διεκφυγή
—
τρίχρονος
—
ματαρχάω
—
πατινάζ
—
ζωοειδής
—
ζυγιστής
—
διοικητικό
—
δημοσιογραφία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω