🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ελαιεμπορία
ελαιεμπορία
η
торговля оливковым маслом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
торговля оливковым маслом
? —
ελαιεμπορία
как с
(ново)греческого
переводится слово
ελαιεμπορία
? — торговля оливковым маслом
#
(ново)греческий словарь
—
αναμαλλιάρης
—
πυραυλοκίνητος
—
πατέρας
—
αθανάτιστος
—
αποθερισμός
—
απογώνι
—
αποτειχίζω
—
αγιοταφίτισσα
—
εξοφθαλμία
—
πόντιση
—
ακονισμένος
—
συμπιεσμένος
—
στενάχωρος
—
λογιστική
—
καθοδηγητής
—
μελίσσι
—
λεμφαδένας
—
σοκάρω
—
μαστέλλος
—
ακροσυνάπτω
—
οπισθοδρομικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω