🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πάστρευμα
πάστρευμα
το
чистка, очистка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
чистка
? —
πάστρευμα
как на
(ново)греческом
будет слово
очистка
? —
πάστρευμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
πάστρευμα
? — чистка, очистка
#
(ново)греческий словарь
—
βελόνα
—
τζαμόπορτα
—
χολώνω
—
στραγαλιάνος
—
σαπρότητα
—
ελλογιμότης
—
αντικειμενικός
—
συριγγώδης
—
νταλόδαρμα
—
χαρτοπαικτείο
—
κατασκονίζω
—
αντικαταλλαγή
—
οίδημα
—
ανδρωνύμιο
—
κλειδαμπαρωμένος
—
ηλεκτροδιαγνωστική
—
θέρος
—
απόμαλλο
—
πρέσβειρα
—
εμβρυοειδής
—
αθυσίαστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω