🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαρέγγα
μαρέγγα
η кул.
меренга
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
меренга
? —
μαρέγγα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαρέγγα
? — меренга
#
(ново)греческий словарь
—
διδάκτωρ
—
τιθασσεύω
—
ύπαρχος
—
υδροφόρος
—
θεϊκός
—
στροφιλιά
—
ενδελέχεια
—
τελεύω
—
μολυβδίς
—
μυξιάζω
—
μειονοτικός
—
αντίθαμα
—
μικρός
—
χιονομάζα
—
βαριετέ
—
μαυροφρύδα
—
συσσωμάτωση
—
σημαδεμένος
—
νεφέλη
—
μόρτης
—
υπερφορτώνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω