🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μοιρονόμιον
μοιρονόμιον
το геом.
верньер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
верньер
? —
μοιρονόμιον
как с
(ново)греческого
переводится слово
μοιρονόμιον
? — верньер
#
(ново)греческий словарь
—
αυτοματοποιώ
—
προνοιακός
—
νομιναλιστής
—
Αδριανούπολη
—
ταρατσούλα
—
επεκτατικός
—
ανεπιγνώστως
—
χοληφόρος
—
λαθροχέρης
—
'λιοκαμένος
—
ευπειθώς
—
χλώρωση
—
ιππάριον
—
ανομιμοποίητος
—
αργυρίζω
—
απεριγέλαστος
—
πονηρό
—
λείαντρον
—
ιερομηνία
—
αρναούτι
—
πύκνωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω