🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ποιμενικό
ποιμενικό
το муз.
пастораль
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пастораль
? —
ποιμενικό
как с
(ново)греческого
переводится слово
ποιμενικό
? — пастораль
#
(ново)греческий словарь
—
γιγάντινος
—
καλαθοσφαίριση
—
αμαξοδρομία
—
αναθεωρητισμός
—
πανέρι
—
ακακοκάρδιστος
—
επιδιδυμίς
—
άρα-κατάρα
—
συγκοπή
—
σχοίνο
—
παρακμάζων
—
κλυδωνισμός
—
σιγουρεύω
—
πνθυμώ
—
λοή
—
Λιμενικό
—
εκθρόνιση
—
πιανίστρια
—
δυσκολία
—
μεσημβρινοδυτικός
—
ασβεστάδικο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω