🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εννεακοσιοστός
εννεακοσιοστός
девятисотый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
девятисотый
? —
εννεακοσιοστός
как с
(ново)греческого
переводится слово
εννεακοσιοστός
? — девятисотый
#
(ново)греческий словарь
—
γονικός
—
καπιτάλι
—
συμπάθεία
—
σκουφί
—
φεγγαριάζομαι
—
ανεμπέδωτος
—
ουδαμού
—
τετρακέφαλος
—
πεντατομικός
—
έμβιος
—
δανεισμένος
—
σεβαστικός
—
αμφικτίονες
—
δευτεροπαντρεύομαι
—
δωροδόχος
—
έπεται
—
λαστιχένιος
—
μωροφιλοδοξία
—
λεβάντα
—
πλάνεμα
—
ανυπόβλητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω