🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κασσίτερος
κασσίτερ|ος
ο
олово
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
олово
? —
κασσίτερος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κασσίτερος
? — олово
#
(ново)греческий словарь
—
μίτζα
—
κεδρί
—
αφροπλασμένος
—
συστημένος
—
πρόσκαιρος
—
υποδεέστερος
—
αγροζημία
—
πολλαπλάσιο
—
δαιμονισμός
—
φανταχτερός
—
απόδιαβα
—
ιστιοποιείο
—
θωρακίζω
—
σπινθηρογραφία
—
ιπποφορβείο
—
γδύματα
—
μονοπώληση
—
ασυντηρησία
—
όμοια
—
ουλαμαγός
—
ανταγωνιστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω