🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κομπανιάρω
κομπανιάρω
аккомпанировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
аккомпанировать
? —
κομπανιάρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
κομπανιάρω
? — аккомпанировать
#
(ново)греческий словарь
—
καταλληλότητα
—
τυρόπιττα
—
παραλήγουσα
—
ελαφρόλογος
—
ασαβάνωτος
—
πρωτοπορειακός
—
τζιγέρι
—
γλίτζισμα
—
οδοντόπονος
—
σκιοφωτισμός
—
ασβέστιο
—
επιδημώ
—
προαγγελία
—
βομβύκοτροφία
—
αναμίξ
—
τραπεζαρία
—
τουτέστι
—
αυτομόρφωση
—
επαλλάσσομαι
—
ντομπροσύνη
—
κρεολή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω