🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πόλος
πόλ|ος
ο в разн. знач.
полюс
;
ο βόρειος (νότιος) ~ — северный (южный) полюс
;
ο εξερευνητής τού ~ου — полярник
;
θετικός (αρνητικός) ~ — физ. положительный (отрицательный) полюс
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
полюс
? —
πόλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
πόλος
? — полюс
#
(ново)греческий словарь
—
οινοβαρής
—
σοφράς
—
υπεροξίδιο
—
αδιαφορώ
—
δαμασκηνό
—
μπαγλαμαδάκι
—
απολιόρκητος
—
αξιοκαταφρόνητος
—
χαζοφέρνω
—
επανθώ
—
μύλος
—
μονώνω
—
βιβλιεμπόριο
—
εξακόντιση
—
δικαιόφρων
—
τυράκι
—
κότσιαλο
—
ακορντεονίστρα
—
δισκόφρενο
—
πυλωρισμός
—
καιροσκόπος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω