🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επίστεγον
επίστεγον
το мор.
полуют
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
полуют
? —
επίστεγον
как с
(ново)греческого
переводится слово
επίστεγον
? — полуют
#
(ново)греческий словарь
—
αξιοπρεπής
—
τετράωρος
—
υγιεινή
—
υπνογόνος
—
ολιγωρώ
—
δάχτυλο
—
αφιλόνικος
—
πιπί
—
νευρογλοία
—
γκριζούλης
—
δεικτικός
—
ετεροθαλής
—
ουδέτερα
—
καπούλια
—
έπαρχος
—
μισο-
—
πορειά
—
ζέστα
—
σεληνόφωτο
—
αλαργωπός
—
τετραώροφος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω