🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλτήρας
αλτήρας
ο спорт. 1)
гантель
;
2)
штанга
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гантель
? —
αλτήρας
как на
(ново)греческом
будет слово
штанга
? —
αλτήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλτήρας
? — гантель, штанга
#
(ново)греческий словарь
—
ζυθοποσία
—
μετεγγραφή
—
φυσικοθεραπεία
—
τίποτε
—
μαχητικός
—
μουστάκα
—
αρζαντέ
—
αργένης
—
αγροχαλά
—
ζέστα
—
ραδιοδέκτης
—
κατοίκηση
—
έγχυση
—
καμπαναριό
—
μικροσεισμοί
—
ατοιχοκόλλητος
—
ποτίζομαι
—
εκκρεμοδικία
—
μπασίστας
—
κουζίνα
—
ανοίγομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω