🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αρκούν
αρκούν
το (чаще мн.ч. )
всё необходимое
;
έχω τά ~τα γιά νά ζήσω — иметь всё необходимое для жизни
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
всё необходимое
? —
αρκούν
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρκούν
? — всё необходимое
#
(ново)греческий словарь
—
θεοτούμπης
—
ξεπούλημα
—
λοφώδης
—
χοντρόμουτρο
—
συμμαθήτρια
—
προλαμβάνω
—
διάγγελμα
—
γλυφαίνω
—
οφθαλμοφανώς
—
ορφανεύω
—
επισκευάζω
—
γελωτοποιός
—
λιμενικός
—
αποσυνδετικός
—
ασυμπαγής
—
γέννα
—
χαζοχαρούμενος
—
αιθερολόγος
—
παραπαχαίνω
—
άυπνος
—
ισόθερμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω