🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θερινός
θερινός
летний
;
~ό φόρεμα — летнее платье
;
~ή διαμονή — летняя резиденция
;
~ά κέντρα — летние кафе
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
летний
? —
θερινός
как с
(ново)греческого
переводится слово
θερινός
? — летний
#
(ново)греческий словарь
—
κουλλαίνω
—
συλλέκτρια
—
βαριοκέφαλος
—
γουδί
—
τρυπάω
—
υπηρέτης
—
κυτόπλασμα
—
ψυχασθενής
—
χύνω
—
περγαμόντο
—
κελαϊδοπουλί
—
επιγλωττίδα
—
επίδοξος
—
ψηφοθέτηση
—
βελούχι
—
πρωκτίτιδα
—
ψυχροβαφής
—
σύμφυση
—
εξερχόμενα
—
βρωμόγλωσσα
—
πολύφωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω