🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συντρέχτης
συντρέχτης
ο
помощник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
помощник
? —
συντρέχτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
συντρέχτης
? — помощник
#
(ново)греческий словарь
—
χηρεύω
—
ιδιοσυντήρηση
—
λήσταρχος
—
ρέγομαι
—
νοσομανής
—
Ινδιάνος
—
χεροκάμωτος
—
μοσχοπέπονο
—
περδίκι
—
πνευστός
—
απαγωγικός
—
δάκριο
—
σμήνος
—
σκαπτικά
—
αναζωπυρώνω
—
ασύμβλητος
—
Αμερικανός
—
ανηβος
—
ευθυγράμμηση
—
μοσχοβίτικος
—
ιστιοραφείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω