🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σκληρωτικός
σκληρωτικός
мед.
склерозный; склеротический
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
склерозный
? —
σκληρωτικός
как на
(ново)греческом
будет слово
склеротический
? —
σκληρωτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκληρωτικός
? — склерозный, склеротический
#
(ново)греческий словарь
—
προφθάνω
—
αυλοθεράπων
—
οδοντολοξία
—
πούστικος
—
αποχαιρετιστήρια
—
πικραίνω
—
ανδρίκος
—
χρησιμότητα
—
δημεγερσία
—
ωρολογοποιείο
—
τρύπηση
—
χαρτοπαίγνιο
—
γαληνίτης
—
ανεμοτράνταχτος
—
χειμωνιάζω
—
απόλεσα
—
πουντιάζω
—
γλυπτική
—
αμέριμνος
—
ερημόνησος
—
αμυγδαλόπιττα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω