🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γατσούνι
γατσούνι
το 1)
кошечка
;
2)
котёнок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кошечка
? —
γατσούνι
как на
(ново)греческом
будет слово
котёнок
? —
γατσούνι
как с
(ново)греческого
переводится слово
γατσούνι
? — кошечка, котёнок
#
(ново)греческий словарь
—
φεμινιστικός
—
αεροθλίπτης
—
ροσμπίφ
—
φθίνω
—
προβατοκομία
—
χειρομάχος
—
απορριπτικά
—
σφερδούλακας
—
παννιασμένος
—
αφήγηση
—
μουζίκος
—
πυργοειδής
—
αφουγκράζομαι
—
πρωτοτυπικός
—
ελμινθολογία
—
δίλεφτο
—
κουτσομπολιά
—
πλεγματικός
—
ρίγωμα
—
διάγω
—
ξυλόμετρο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω