🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υδροχλωρικός
υδροχλωρικός
хлористоводородный
;
~ό οξύ — соляная кислота
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
хлористоводородный
? —
υδροχλωρικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
υδροχλωρικός
? — хлористоводородный
#
(ново)греческий словарь
—
λαθρακιάζω
—
μιγνύω
—
πρέσβυς
—
επενδύτρια
—
απολυτρωτισμός
—
ασμένως
—
παραστρατημένη
—
δεινά
—
τυροτρίπτης
—
εδελβάϊς
—
πιθανότητα
—
πελαγοδρομώ
—
χιλιόβαρις
—
χριστεπώνυμος
—
μπεκιαριλίκι
—
αντιστρεπτός
—
τυφλίτις
—
αμάντευτος
—
ζήτα
—
αποπυρηνικοποίηση
—
αναγνώσιμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω