🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
έμπα
έμπα
II (προστ. от μπαίνω)
войди, входи
;
===
~ του! — [phrase]дай ему; бей его![/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
войди
? —
έμπα
как на
(ново)греческом
будет слово
входи
? —
έμπα
как с
(ново)греческого
переводится слово
έμπα
? — войди, входи
#
(ново)греческий словарь
—
θανατερός
—
γαϊτάνωμα
—
χρηστότητα
—
σκιαζάρης
—
επιλήψιμος
—
σπανιότητα
—
γλαυκομμάτα
—
ολιγόζωος
—
αραξοβόλι
—
ασταμάτητος
—
ορθώνω
—
δίκωπος
—
μποττίνι
—
ανάρμεχτος
—
ύφασμα
—
κρυσταλλικός
—
σπουδιαίος
—
επικόπανον
—
φαλάγγι
—
σπολάζω
—
σημειωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω