🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κλισιοσκόπιο
κλισιοσκόπιο
το воен.
прицельная рамка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
прицельная рамка
? —
κλισιοσκόπιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
κλισιοσκόπιο
? — прицельная рамка
#
(ново)греческий словарь
—
γάργαρος
—
ανορθογραφώ
—
θερμοηλεκτρικός
—
αναλυτικός
—
εξόφθαλμος
—
κρανιοσκοπικός
—
υποφυλακτήρ
—
ασταθής
—
ιχθυόκολλα
—
εγκόλπιος
—
αναπτυξιακός
—
μεσιακάρης
—
οία
—
εκπαιδευτής
—
άχι
—
αργκό
—
παλιοσέντονο
—
πρόσμειξη
—
διαφυλάσσω
—
χελωνός
—
άβυσσος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω