🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βασεδώφειος
βασεδώφει|ος
:
βασεδώφειος νόσος — мед. базедова болезнь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
βασεδώφειος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
απιδόκρασο
—
δίκαννο
—
κίβδηλος
—
απελπίζω
—
ιντιβιντουαλισμός
—
νευρολογικός
—
αδούλευτος
—
εικοσάχρονος
—
Αφρικανός
—
κροταφιακός
—
σκαπτός
—
Παναμάς
—
καμένος
—
βλεφαριδικός
—
καπνέμπορας
—
υπομνηματίζω
—
υποεπιτροπή
—
οινεμπόριο
—
μαυροτήγανο
—
προσωποποιώ
—
αλησμόνητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω