🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υδρωπικιάζω
υδρωπικιάζω
страдать водянкой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
страдать водянкой
? —
υδρωπικιάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
υδρωπικιάζω
? — страдать водянкой
#
(ново)греческий словарь
—
φιγουρίνι
—
αντωνυμικά
—
Κυριακοδρόμιο
—
πολυτέλεια
—
συνωμότισσα
—
ζυμάση
—
καμωματάς
—
τσαλαπετεινός
—
διαιτώμενος
—
κιτρινιάζω
—
ανθοστόλιστος
—
διαχαράσσω
—
ραδιοηλεκτροτεχνία
—
ελασματοποιώ
—
διπλοχέρης
—
νεοπαγανιστικός
—
βαμβακοκαλλιέργεια
—
συνέπεια
—
πτυελοδοχείο
—
μαλακάκος
—
αχυροκαλύβα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω