🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δίπους
δίπους
(-οδός) 1.
двуногий
;
2. (о)
сошка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
двуногий
? —
δίπους
как на
(ново)греческом
будет слово
сошка
? —
δίπους
как с
(ново)греческого
переводится слово
δίπους
? — двуногий, сошка
#
(ново)греческий словарь
—
δίπρακτος
—
ακατατόπιστος
—
εργατικός
—
ενδιάθετα
—
αξονικός
—
αλαφροποινίτης
—
φυντανάκι
—
ψηστιέρα
—
έκζεμα
—
μαλθουσιανισμός
—
σκολόπαξ
—
ξαστεριά
—
μαρμαροθέτημα
—
ιστιοσανίδα
—
ταυτοφωνία
—
απόγεμα
—
μασκάρω
—
επικοινωνιακά
—
κλεινός
—
αυτοαθμολογούμαι
—
εισβολέας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω