🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ασφαλτωμένος
ασφαλτωμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ασφαλτωμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αφορώ
—
ασκάλαβος
—
σκλαβιά
—
θωρακοβαρις
—
κρεμασμένος
—
παχομέτρης
—
υγιεινός
—
αλόγιστος
—
ευσαρκία
—
τριβόλι
—
αναρρωτήριο
—
ξαργώ
—
αυτοδημιούργημα
—
στουπώνω
—
υποτονικότητα
—
αναμπάρωτος
—
σκωτσέζικος
—
διοριζόμενος
—
πόκος
—
προστατευτισμός
—
χελώνη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω