🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μεθόρμιση
μεθόρμιση
(-εως) η
изменение стоянки
(судна)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
изменение стоянки
? —
μεθόρμιση
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεθόρμιση
? — изменение стоянки
#
(ново)греческий словарь
—
προθάλαμος
—
μέ
—
αλληλοπρόγονα
—
μνημονικό
—
αισχρολόγος
—
μουρμούρα
—
σπουρδακύλα
—
αιγιαλίτιδα
—
μονοτονικό
—
καλοκοιμάμαι
—
καταπολέμηση
—
γνώρος
—
γλαυκόφθαλμος
—
ευποιδευσία
—
βακτηριακός
—
αναγορεύω
—
αντιεμετικό
—
νουθετούμαι
—
προκατακλυσμιαίος
—
πολυαγαπημένος
—
συνδυάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω