🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μικροβιοφάγος
μικροβιοφάγ|ος
1.
фагоцитный
;
2. :
τά ~α — фагоциты
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фагоцитный
? —
μικροβιοφάγος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μικροβιοφάγος
? — фагоцитный
#
(ново)греческий словарь
—
έδωνα
—
πουτίγγα
—
δίζυγος
—
παρένθετος
—
αφοβέριστος
—
κοζάκικος
—
ακόλλητος
—
πολιτικομανής
—
περιβάλλον
—
διαδρομή
—
ανατολικά
—
ετράπην
—
ρουσφετολογά
—
παραβλάσταρο
—
ανεπικοινώνητος
—
μεσόδμη
—
βουτσέλα
—
πατατούκα
—
καβαλλίκευμα
—
ημισφαιροειδής
—
γουργουλίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω