🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γλυκάνισο
γλυκάνισο
το 1)
анис
(растение);
2)
семя аниса
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
анис
? —
γλυκάνισο
как на
(ново)греческом
будет слово
семя аниса
? —
γλυκάνισο
как с
(ново)греческого
переводится слово
γλυκάνισο
? — анис, семя аниса
#
(ново)греческий словарь
—
αγρυρομαραγγιάζω
—
κροτάφι
—
λεόντειος
—
κυάνιο
—
αυτόδικος
—
αερότοπος
—
επιτήδευση
—
λεπτόγραμμος
—
κλαυθμύρισμα
—
περιαυχένιο
—
αποδιδόμενος
—
κιτρολεμονιά
—
ακτινοσκοπώ
—
αιμοπτυσία
—
υποφρούραρχος
—
αζόρευτος
—
αλμυρόπικρος
—
ψεύτης
—
κωλώνω
—
ανάβλυση
—
ακροζυγιάζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω