🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αριστειούχος
αριστειούχ|ος
награждённый; премированный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
награждённый
? —
αριστειούχος
как на
(ново)греческом
будет слово
премированный
? —
αριστειούχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αριστειούχος
? — награждённый, премированный
#
(ново)греческий словарь
—
χρησιμοκρατία
—
νοστιμίζω
—
μόνιμος
—
μιμική
—
ξεμακρύνω
—
τρεμοσβήνω
—
αυτοκαταλύομαι
—
αφυπνίζω
—
ορθοβουλία
—
αντιαρθριτικός
—
σχετίζω
—
εισχέομαι
—
παραχρημα
—
εντολεύς
—
καΐλα
—
αγκωνούλα
—
εξεταστής
—
απειροπλασίως
—
αποθηκοφύλακας
—
χοντρόκοκκος
—
ανοικειότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω