🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εφημερεύων
εφημερεύων
дежурный
;
~ ιατρός — дежурный врач
;
~ αξιωματικός — дежурный офицер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дежурный
? —
εφημερεύων
как с
(ново)греческого
переводится слово
εφημερεύων
? — дежурный
#
(ново)греческий словарь
—
φωνογραφία
—
ομοκεντρικός
—
κεντυρίων
—
επισκιάζω
—
αναφτούμενος
—
ξενοίκιαστος
—
σωφρονιστής
—
τελεσιδικία
—
ξεφούσκωμα
—
παραβιασμένος
—
γαλακτοβούτυρο
—
σουρωμένος
—
αποκαρδισμός
—
ξωκκλήσι
—
αυτοαθμολογούμαι
—
ξεγελώ
—
φαυλος
—
γνωριστής
—
ψυχοφυσικά
—
οξυά
—
παρονομάζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω