🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υπεραγωγιμότητα
υπεραγωγιμότητα
(-ητος) η
сверхпроводимость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сверхпроводимость
? —
υπεραγωγιμότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπεραγωγιμότητα
? — сверхпроводимость
#
(ново)греческий словарь
—
εμμανής
—
όρυξη
—
καΐκι
—
αναγέλασμα
—
ευκολογνώριστος
—
τάδε
—
μονοτονικός
—
ελευθερώτρια
—
ραδιοτηλεφωνικός
—
πρωταυγουστιάτικος
—
αρδίτσι
—
εκνευριστικά
—
μαρρόνι
—
αυχμός
—
γαργαλιστικός
—
πεντασθενής
—
βάση
—
δογματικός
—
εκπαίδευση
—
κωδωνοστοιχία
—
συγκαλά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω