🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βοϊδοκέφαλος
βοϊδοκέφαλ|ος
ο
большеголовый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
большеголовый
? —
βοϊδοκέφαλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
βοϊδοκέφαλος
? — большеголовый
#
(ново)греческий словарь
—
κούμπωμα
—
παννένιος
—
κατάδειξη
—
φραγγέλωμα
—
λιμάρικος
—
φωτοταχύμετρο
—
βυνοποίηση
—
επικοινωνιολόγος
—
βαρύφωνος
—
κουμκάν
—
σκαρφάλωμα
—
υπερπηδώ
—
επιδημητικός
—
αποκρατικοποιούμαι
—
ανθρωποφοβία
—
ασυναίσθητος
—
επισπεύδω
—
άσφιχτος
—
ξεθηλυκώνω
—
βαττολογία
—
προνεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω