🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σεληνιακός
σεληνιακός
лунный
;
ο ~ μήνας — лунный месяц
;
τό ~ό έτος (ημερολόγιο) — лунный год (календарь)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лунный
? —
σεληνιακός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σεληνιακός
? — лунный
#
(ново)греческий словарь
—
κυβικότητα
—
υψοδείχτης
—
μπορεσάμενος
—
μαραίνομαι
—
αφηρημένο
—
μεταχρωμάτιση
—
μαυραδάκι
—
ξεντερίζω
—
επιγραφική
—
ηλιοστάσιο
—
αηδόνα
—
κατοπινάρι
—
απότριψη
—
σκαφείον
—
ευσταχιανός
—
κακοδαιμονία
—
ληστοσυμμορία
—
σώτειρα
—
πρύτανις
—
περιέδραμον
—
μπαξές
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω