🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σακκιά
σακκιά
η
мешок
(мера)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мешок
? —
σακκιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
σακκιά
? — мешок
#
(ново)греческий словарь
—
λαβή
—
ποταπότητα
—
αποβρέχω
—
απρομελέτητος
—
εξευμενίζω
—
παρουσία
—
φιλοδώρημα
—
καταστατικός
—
ανικτερικός
—
οινοπώλης
—
κακόπραγος
—
ακαύλωτος
—
παραβάζω
—
αλεξικέραονο
—
βοσκότοπος
—
ακατάλληλος
—
κοχλιακός
—
σπάτουλα
—
ποραμάννα
—
καμίνι
—
αδρύς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω