🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανερώτηγα
ανερώτηγα
без спроса, без разрешения
;
παίρνω κάτι ~ — брать (__что-л.__) без спроса
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
без спроса
? —
ανερώτηγα
как на
(ново)греческом
будет слово
без разрешения
? —
ανερώτηγα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανερώτηγα
? — без спроса, без разрешения
#
(ново)греческий словарь
—
αχρειότητα
—
καμπανούλα
—
αλατόμετρο
—
εφαπλωματοποιία
—
ατροφία
—
ανυπόδητος
—
εξωκυττάρωση
—
υπαλληλάκος
—
αθλιος
—
αντικαταστάτης
—
δερμίτιδα
—
μαγειρειό
—
αναμόχλευση
—
ολόφρεσκος
—
κενός
—
επονειδιστικός
—
δεντρότοπος
—
στράκα
—
οροαντίδραση
—
περιληπτικός
—
λογχοφόρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω