🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξετιμητής
ξετιμητ|ής
ο 1)
оценщик
;
2) перен.
ценитель
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
оценщик
? —
ξετιμητής
как на
(ново)греческом
будет слово
ценитель
? —
ξετιμητής
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξετιμητής
? — оценщик, ценитель
#
(ново)греческий словарь
—
ασβολώ
—
υπερμέτρωψ
—
Απρίλης
—
πλεούσα
—
δεκαοκτώ
—
ασέβαστος
—
αντασφάλιση
—
απόσταση
—
κανακάρισσα
—
αταξινόμητος
—
μαυροφόρος
—
ποίμνιο
—
γλαύξ
—
αδικαίωτος
—
απόκαρσις
—
θαλασσώνω
—
κρασοπότηρο
—
ρουσούμπελη
—
αυτοπροωθούμενος
—
αχαράμιστος
—
αλησμονώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω