🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λήγουσα
λήγουσα
η грам.
конечный, последний слог
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
конечный
? —
λήγουσα
как на
(ново)греческом
будет слово
последний слог
? —
λήγουσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
λήγουσα
? — конечный, последний слог
#
(ново)греческий словарь
—
ταβερνιάρης
—
επιθεώρηση
—
γυναικιστικα
—
φαρμακοδυναμικά
—
κακοσαρκώνω
—
αλληλοεξυπηρετούμαι
—
επιμαρτύρομαι
—
συγκεντρωτικός
—
κρεμιέμαι
—
ερίτιμος
—
τρικέρατος
—
ανθοδόχη
—
εργάτρια
—
κουζινιέρα
—
ελληνολάτρης
—
μετατυπώνω
—
σοσιαλεπαναστάτης
—
μουγκρητό
—
μαγκουροφόρος
—
λωποδύτης
—
καλογεννημένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω