🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τροχίσκος
τροχίσκ|ος
ο 1)
колесико
;
2) фарм.
пилюля
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
колесико
? —
τροχίσκος
как на
(ново)греческом
будет слово
пилюля
? —
τροχίσκος
как с
(ново)греческого
переводится слово
τροχίσκος
? — колесико, пилюля
#
(ново)греческий словарь
—
λαγοκοιμιούμαι
—
σπαθίζω
—
αναπάπουλος
—
φτηναίνω
—
διέρεισμα
—
φυλογένεια
—
φαντασία
—
υπαιτιότητα
—
κοσπεντάρικο
—
βάστα
—
δημοτικίστρια
—
φιλέκδικος
—
άβλαβος
—
πρόπεδον
—
πρωταγωνιστικός
—
πλισσάρισμα
—
διχοτομώ
—
εκλειπτική
—
φιλοπρωτία
—
κατακρήμνισμα
—
τσότρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω