🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαγνητεγερτικός
μαγνητεγερτικός
магнетический, относящийся к магнетизму
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
магнетический
? —
μαγνητεγερτικός
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся к магнетизму
? —
μαγνητεγερτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαγνητεγερτικός
? — магнетический, относящийся к магнетизму
#
(ново)греческий словарь
—
σκαλέτα
—
μολυβδοσωλήνας
—
επίσαξις
—
φεσατζής
—
ξεσπιτωμένος
—
διμετρικός
—
λιποταχτώ
—
θιός
—
επ'αυτοφώρω
—
βουτιέμαι
—
περίδερμα
—
κρανιολόγος
—
πεφωτισμένος
—
αποφώλι
—
πολεμεφόδια
—
κοσμοχαλασιά
—
ακριβολογία
—
λιοτρίβι
—
αλληθωρίζω
—
ένταση
—
δεινότης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω