🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συρτή
συρτή
η
протяжка, дорожка
(для рыбной ловли)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
протяжка
? —
συρτή
как на
(ново)греческом
будет слово
дорожка
? —
συρτή
как с
(ново)греческого
переводится слово
συρτή
? — протяжка, дорожка
#
(ново)греческий словарь
—
συνοδηγός
—
τροφεία
—
αυγουστιάτικα
—
αποσημαίνω
—
ευρίσκομαι
—
ξαστοχιά
—
πασαίρνω
—
αγοραστικός
—
αχάρακτος
—
θυμούμαι
—
μελισσόχορτο
—
αρνησίθεος
—
φοδράρισμα
—
καραδοκία
—
ακατάκλυστος
—
ποδοκνημικός
—
αστροφώτιστος
—
παραφόρτωμα
—
ζούδιο
—
σύντεχνος
—
γνωσιολογία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω